Ένα χτύπημα κεραυνού μπορεί να προκαλέσει σοβαρές βλάβες στον οργανισμό ακόμη και όταν δεν αφήσει εμφανή σημάδια στο σώμα, καθώς το ηλεκτρικό ρεύμα μπορεί να επηρεάσει άμεσα την καρδιά, την αναπνοή, τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα.
Ο κίνδυνος δεν αφορά μόνο όσους βρίσκονται ακριβώς κάτω από το σημείο όπου πέφτει ένας κεραυνός.
Το ηλεκτρικό φορτίο μπορεί να μεταδοθεί μέσω του εδάφους, ενώ μπορεί επίσης να μεταπηδήσει από αντικείμενα ή δέντρα που έχουν χτυπηθεί. Παράλληλα, το ισχυρό ωστικό κύμα μπορεί να προκαλέσει πτώσεις και τραυματισμούς.
Οι επιπτώσεις στον οργανισμό
Η καρδιά και το αναπνευστικό σύστημα είναι από τα πρώτα όργανα που μπορεί να επηρεαστούν.
Το ηλεκτρικό σοκ μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανακοπή ή σοβαρές διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, ενώ η αναπνοή μπορεί να σταματήσει ή να παραμείνει προβληματική ακόμη και μετά την επαναφορά της καρδιακής λειτουργίας.
Ο κεραυνός μπορεί επίσης να επηρεάσει τον εγκέφαλο και τα νεύρα. Ανάλογα με τη βαρύτητα του περιστατικού, μπορεί να εμφανιστούν απώλεια συνείδησης, σύγχυση, πονοκέφαλος, προβλήματα μνήμης, προσωρινή αδυναμία ή παράλυση των άκρων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στις πρώτες ώρες. Επιζώντες μπορεί να εμφανίσουν προβλήματα συγκέντρωσης, διαταραχές ύπνου ή χρόνιο πόνο.
Τραυματισμοί μπορεί να προκύψουν και στα μάτια και τα αυτιά. Το ωστικό κύμα μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο τύμπανο, ενώ η όραση και η ακοή μπορεί επίσης να επηρεαστούν.
Στο δέρμα ενδέχεται να εμφανιστούν εγκαύματα. Υπάρχουν όμως και τα χαρακτηριστικά διακλαδισμένα κόκκινα σημάδια που μπορεί να εμφανιστούν μετά από κεραυνό και θυμίζουν φύλλα φτέρης.
Αυτά δεν αποτελούν εγκαύματα, αλλά αποτέλεσμα της διέλευσης του ηλεκτρικού φορτίου από την επιφάνεια του δέρματος.
Επιπλέον, οι έντονες μυϊκές συσπάσεις και η απότομη πτώση ή εκτίναξη του σώματος μπορούν να προκαλέσουν κατάγματα και άλλους τραυματισμούς.
Ο κανόνας των 30 λεπτών
Ένα από τα βασικά μέτρα προστασίας κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας είναι να μην θεωρείται ότι ο κίνδυνος έχει περάσει επειδή σταμάτησε προσωρινά η βροχή ή εμφανίστηκε καθαρός ουρανός.
Μόλις ακουστεί βροντή, πρέπει να αναζητηθεί καταφύγιο σε ασφαλές κλειστό κτίριο ή σε πλήρως κλειστό όχημα με σκληρή οροφή.
Η σύσταση είναι να παραμείνετε στο καταφύγιο για τουλάχιστον 30 λεπτά μετά την τελευταία βροντή. Αν ακουστεί νέα βροντή, η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά ξανά.
Ο παλαιότερος κανόνας «30/30» βασιζόταν και στην απόσταση ανάμεσα στην αστραπή και τη βροντή: όταν ο χρόνος μεταξύ τους ήταν 30 δευτερόλεπτα ή λιγότερος, θεωρούνταν ότι η καταιγίδα βρισκόταν αρκετά κοντά ώστε να απαιτείται άμεση αναζήτηση καταφυγίου.
Στην πράξη, όμως, δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς για να μετρήσει τα δευτερόλεπτα. Η βροντή από μόνη της είναι προειδοποίηση ότι πρέπει να βρεθείτε σε ασφαλές σημείο.
Ποια σημεία δεν προσφέρουν προστασία
Κατά τη διάρκεια καταιγίδας, ένα μεμονωμένο δέντρο δεν αποτελεί ασφαλές καταφύγιο, όπως επίσης δεν προστατεύουν επαρκώς μια σκηνή, ένα ανοιχτό υπόστεγο ή μια μοτοσικλέτα.
Ασφαλέστερες επιλογές είναι ένα στιβαρό κλειστό κτίριο ή ένα πλήρως κλειστό αυτοκίνητο με τα παράθυρα ανεβασμένα.
Ακόμη και μέσα στο σπίτι χρειάζεται προσοχή. Κατά τη διάρκεια έντονης καταιγίδας καλό είναι να αποφεύγεται η χρήση ντους και νεροχυτών, καθώς και ενσύρματων τηλεφώνων ή ηλεκτρικών συσκευών που είναι συνδεδεμένες στο δίκτυο.
Τι κάνουμε αν κάποιος χτυπηθεί
Σε περίπτωση που κάποιος χτυπηθεί από κεραυνό, πρέπει πρώτα να διασφαλιστεί ότι το σημείο είναι ασφαλές και στη συνέχεια να κληθούν άμεσα οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης στο 112.
Σημαντικό είναι ότι ένα άτομο που έχει δεχθεί χτύπημα κεραυνού δεν παραμένει ηλεκτρισμένο, επομένως μπορεί να το αγγίξει κάποιος για να του προσφέρει βοήθεια.
Εάν το θύμα δεν έχει τις αισθήσεις του και δεν αναπνέει φυσιολογικά, χρειάζεται άμεση έναρξη ΚΑΡΠΑ. Εφόσον υπάρχει διαθέσιμος αυτόματος εξωτερικός απινιδωτής, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τις οδηγίες της συσκευής.
Ακόμη και όταν το άτομο φαίνεται να έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του και δεν παρουσιάζει εμφανή τραύματα, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση, καθώς ο κεραυνός μπορεί να έχει προκαλέσει εσωτερικές, καρδιακές ή νευρολογικές βλάβες που δεν είναι άμεσα ορατές.