Ο ιός του Δυτικού Νείλου μπορεί να περάσει απαρατήρητος, καθώς περίπου 8 στους 10 ανθρώπους που μολύνονται δεν εμφανίζουν κανένα σύμπτωμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, προκαλεί μια ήπια νόσο που μοιάζει με γρίπη, ενώ σπανιότερα μπορεί να προσβάλει το κεντρικό νευρικό σύστημα και να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές.
Όταν εμφανίζονται συμπτώματα, συνήθως εκδηλώνονται 2 έως 6 ημέρες μετά το τσίμπημα μολυσμένου κουνουπιού, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστούν έως και 14 ημέρες αργότερα.
Η ήπια μορφή της λοίμωξης μπορεί να προκαλέσει πυρετό, πονοκέφαλο, κόπωση, μυϊκούς και αρθρικούς πόνους, αδυναμία, ενώ ορισμένοι ασθενείς εμφανίζουν επίσης ναυτία, έμετο, διάρροια ή εξάνθημα. Οι περισσότεροι αναρρώνουν πλήρως, όμως η κόπωση και η αδυναμία μπορεί να επιμείνουν για αρκετό διάστημα.
Πιο σπάνια, η λοίμωξη μπορεί να εξελιχθεί σε νευροδιηθητική νόσο, με προσβολή του εγκεφάλου ή των μηνίγγων. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να εμφανιστούν πολύ υψηλός πυρετός, έντονος πονοκέφαλος, δυσκαμψία στον αυχένα, σύγχυση, τρόμος, σπασμοί, μυϊκή αδυναμία, μούδιασμα, απώλεια όρασης ή παράλυση.
Η εμφάνιση τέτοιων συμπτωμάτων, ιδιαίτερα μετά από τσίμπημα κουνουπιού, χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση και, σε σοβαρές περιπτώσεις, νοσηλεία. Ο κίνδυνος σοβαρής νόσησης είναι μεγαλύτερος στους ανθρώπους άνω των 65 ετών, καθώς και σε άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό ή ορισμένα χρόνια νοσήματα.
Στην Ελλάδα, οι υγειονομικές αρχές βρίσκονται σε αυξημένη επιφυλακή, καθώς τα κρούσματα έχουν αυξηθεί σημαντικά και η περίοδος από τα μέσα Αυγούστου έως τις αρχές Σεπτεμβρίου θεωρείται συνήθως η κορύφωση της κυκλοφορίας του ιού.
Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί περιστατικά σε αρκετές περιφέρειες της χώρας, με την Αττική να παρουσιάζει ιδιαίτερα αυξημένη δραστηριότητα.