Νέα δεδομένα για την υπερβολική εφίδρωση φέρνει στο «φως» έρευνα επιστημόνων του Πανεπιστημίου Johns Hopkins, σύμφωνα με την οποία η πρωτοπαθής υπεριδρωσία μπορεί να συνδέεται όχι μόνο με τους ιδρωτοποιούς αδένες, αλλά και με τη λειτουργία του νευρικού συστήματος.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Science Advances, εντόπισε γενετικό παράγοντα ο οποίος φαίνεται να επηρεάζει τη δραστηριότητα των νεύρων που ελέγχουν την παραγωγή ιδρώτα.
Οι ερευνητές εξέτασαν το SCN10A, ένα γονίδιο που σχετίζεται με τη λειτουργία του διαύλου νατρίου NaV1.8. Σύμφωνα με τα ευρήματα, ορισμένες σπάνιες παραλλαγές του γονιδίου μπορούν να αυξήσουν τη δραστηριότητα συγκεκριμένων νευρικών οδών, οδηγώντας σε αυξημένη εφίδρωση.
Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία εκτιμάται ότι επηρεάζει περίπου το 2% έως 5% του πληθυσμού. Η εφίδρωση μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονη στις παλάμες, στα πέλματα, στις μασχάλες και στο πρόσωπο, ακόμη και όταν δεν υπάρχει ανάγκη για θερμορρύθμιση.
Για να διερευνήσουν τον ρόλο του γονιδίου, οι επιστήμονες μελέτησαν οικογένειες με ιστορικό υπεριδρωσίας και εντόπισαν σχετικές μεταλλάξεις σε σημαντικό ποσοστό των περιπτώσεων που εξετάστηκαν.
Παράλληλα, πειράματα σε ποντίκια με συγκεκριμένη γενετική παραλλαγή έδειξαν ότι φάρμακα που μπλοκάρουν τους διαύλους νατρίου μπορούσαν να περιορίσουν την υπερβολική εφίδρωση.
Τα αποτελέσματα ενισχύουν την υπόθεση ότι σε ορισμένους ασθενείς η υπεριδρωσία έχει νευρολογική και γενετική βάση. Η νέα προσέγγιση θα μπορούσε στο μέλλον να οδηγήσει σε πιο στοχευμένες θεραπείες, ιδιαίτερα για ανθρώπους που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις υπάρχουσες μεθόδους αντιμετώπισης.