Ένα ζήτημα που συχνά παραμένει πίσω από κλειστές πόρτες και συνοδεύεται από αμηχανία φέρνει στο προσκήνιο νέα επιστημονική μελέτη. Περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι κάποια στιγμή στη ζωή τους έχουν προβληματιστεί έντονα για τη σεξουαλική τους επιθυμία.
Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο Journal of Sex & Marital Therapy, δείχνει ότι η συζήτηση γύρω από τη λίμπιντο δεν αφορά κυρίως την υπερβολικά αυξημένη σεξουαλική διάθεση. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι συμμετέχοντες ανησυχούσαν επειδή αισθάνονταν ότι η επιθυμία τους ήταν χαμηλότερη από αυτή που θα ήθελαν ή δεν βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με εκείνη του συντρόφου τους.
Η ερευνητική ομάδα, υπό την καθηγήτρια Ψυχολογίας του Queen’s University και διευθύντρια του Sexual Health Research Laboratory, Caroline F. Pukall, μελέτησε τις αντιλήψεις των ανθρώπων γύρω από τη σεξουαλική τους επιθυμία.
Στην έρευνα συμμετείχαν 1.317 ενήλικες, οι οποίοι απάντησαν μεταξύ άλλων για τη συχνότητα των σεξουαλικών επαφών τους, τα επίπεδα επιθυμίας τους και τους λόγους που μπορεί να τους προκαλούν ανησυχία.
Τα αποτελέσματα είναι χαρακτηριστικά:
- 57,1% δήλωσαν ότι έχουν ανησυχήσει για τη σεξουαλική τους επιθυμία.
- Από αυτούς, 47,5% θεωρούσαν ότι η λίμπιντό τους ήταν χαμηλότερη από όσο θα ήθελαν.
- 42,4% προβληματίζονταν επειδή υπήρχε διαφορά ανάμεσα στη δική τους επιθυμία και εκείνη του συντρόφου τους.
- Μόλις 7,6% ανησυχούσαν επειδή θεωρούσαν ότι η σεξουαλική τους ορμή ήταν υπερβολικά υψηλή.
Η μελέτη δείχνει ότι η σεξουαλική επιθυμία δεν αποτελεί ένα σταθερό χαρακτηριστικό. Μπορεί να μεταβληθεί σημαντικά ανάλογα με τις συνθήκες ζωής και την ψυχολογική κατάσταση κάθε ανθρώπου.
Άγχος, κατάθλιψη, εξάντληση, προβλήματα στην εικόνα σώματος, φαρμακευτική αγωγή, γονεϊκές υποχρεώσεις αλλά και οι δυσκολίες μέσα σε μια σχέση μπορούν να επηρεάσουν την ερωτική διάθεση.
Μάλιστα, το 44,3% των συμμετεχόντων συνέδεσε τη μειωμένη επιθυμία με παράγοντες που σχετίζονται με την ψυχική υγεία και τη συναισθηματική κατάσταση.
Η διαφορά επιθυμίας μέσα στη σχέση
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που αναδείχθηκε είναι ο ρόλος της σχέσης. Για αρκετούς ανθρώπους, το πρόβλημα δεν είναι απλώς το πόσο συχνά αισθάνονται ερωτική επιθυμία, αλλά το κατά πόσο αυτή συμβαδίζει με τις ανάγκες του συντρόφου τους.
Η διαφορετική συχνότητα επιθυμίας μπορεί να δημιουργήσει άγχος, ενοχές ή τον φόβο ότι η σχέση κινδυνεύει. Ιδιαίτερα όσοι βρίσκονταν σε σταθερές σχέσεις διάρκειας από ένα έως 15 χρόνια ανέφεραν συχνότερα ότι αισθάνονταν πως το πάθος είχε μειωθεί.
Στην έρευνα καταγράφηκαν επίσης διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, με τους άνδρες να δηλώνουν συχνότερα υψηλότερα επίπεδα επιθυμίας και τις γυναίκες να αναφέρουν συχνότερα ανησυχίες για χαμηλή λίμπιντο.
Δεν υπάρχει ένα «φυσιολογικό» επίπεδο επιθυμίας
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα των ερευνητών είναι ότι η σεξουαλική επιθυμία δεν ακολουθεί έναν συγκεκριμένο κανόνα. Μπορεί να εμφανιστεί αυθόρμητα, αλλά μπορεί επίσης να αναπτυχθεί σταδιακά μέσα από την οικειότητα, την ασφάλεια και τη συναισθηματική σύνδεση.
Η επιθυμία μπορεί να μειωθεί για ένα διάστημα και αργότερα να επανέλθει, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα.
Έτσι, σύμφωνα με την ερευνητική προσέγγιση, μεγαλύτερη σημασία έχει το κατά πόσο η αλλαγή προκαλεί πραγματική δυσφορία στο ίδιο το άτομο ή δημιουργεί σημαντικές δυσκολίες στη σχέση, παρά η σύγκριση με ένα υποτιθέμενο «φυσιολογικό» επίπεδο λίμπιντο.
Η ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ των συντρόφων και η απομάκρυνση της ντροπής γύρω από το θέμα μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βήματα για μια πιο υγιή προσέγγιση της σεξουαλικής επιθυμίας.