Ο καρκίνος των ωοθηκών παραμένει μία από τις πιο δύσκολες μορφές γυναικολογικού καρκίνου, κυρίως επειδή συχνά εντοπίζεται σε προχωρημένο στάδιο.
Η έλλειψη αποτελεσματικού προληπτικού ελέγχου για τον γενικό πληθυσμό, σε συνδυασμό με συμπτώματα που μπορεί εύκολα να αποδοθούν σε άλλες παθήσεις, καθιστά την έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής συμβουλής ιδιαίτερα σημαντική.
Η συγκεκριμένη νόσος δεν αποτελεί μία ενιαία οντότητα.
Περιλαμβάνει διαφορετικούς ιστολογικούς και μοριακούς τύπους, με συχνότερο το υψηλού βαθμού ορώδες καρκίνωμα.
Ενοχλήματα όπως επίμονο φούσκωμα, αύξηση της κοιλιακής περιμέτρου, πόνος ή πίεση στην κοιλιά και την πύελο, συχνουρία, αλλαγές στις κενώσεις και αίσθημα κορεσμού μετά από μικρή ποσότητα φαγητού χρειάζονται αξιολόγηση όταν επιμένουν.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καθιερωμένο πρόγραμμα screening για γυναίκες μέσου κινδύνου.
Εξετάσεις όπως το CA-125 και το διακολπικό υπερηχογράφημα χρησιμοποιούνται στη διερεύνηση ύποπτων ευρημάτων, όχι όμως ως αποτελεσματικός προληπτικός έλεγχος του πληθυσμού.
Καθοριστικό ρόλο έχει πλέον και η γενετική και μοριακή ανάλυση.
Μεταλλάξεις στα BRCA1 και BRCA2, αλλά και διαταραχές σε άλλα γονίδια επιδιόρθωσης του DNA, μπορούν να συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο.
Παράλληλα, η εξέταση του ίδιου του όγκου για βιοδείκτες όπως BRCA, HRD, FRα, PD-L1 και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, HER2 μπορεί να επηρεάσει την επιλογή θεραπείας.
Η αντιμετώπιση της νόσου βασίζεται σε εξειδικευμένη διεπιστημονική ομάδα και μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική κυτταρομείωση και χημειοθεραπεία με καρβοπλατίνη και πακλιταξέλη.
Σε κατάλληλες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επίσης μπεβασιζουμάμπη και αναστολείς PARP, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν συγκεκριμένα μοριακά χαρακτηριστικά.
Στην υποτροπιάζουσα νόσο, οι επιλογές εξαρτώνται από την ανταπόκριση στην πλατίνα και το μοριακό προφίλ.
Για ορισμένους όγκους με υψηλή έκφραση FRα υπάρχει πλέον το mirvetuximab soravtansine, ενώ σε επιλεγμένες PD-L1 θετικές περιπτώσεις μπορεί να αξιοποιηθεί ανοσοθεραπεία.
Νεότερες στοχευμένες προσεγγίσεις, μεταξύ άλλων έναντι του HER2, διευρύνουν σταδιακά το θεραπευτικό οπλοστάσιο.
Η σύγχρονη Ογκολογία στρέφεται έτσι ολοένα περισσότερο στην εξατομικευμένη θεραπεία, με στόχο μεγαλύτερο έλεγχο της νόσου, καλύτερη επιβίωση και υψηλότερη ποιότητα ζωής.