Μια απλή καθημερινή κίνηση, όπως η ταχύτητα με την οποία κάποιος ξεκινά να περπατά, ενδέχεται να αποτελεί σημαντικό δείκτη για την υγεία και το προσδόκιμο ζωής, σύμφωνα με νέα επιστημονικά ευρήματα.
Ερευνητές από το Ισραήλ εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στη νευρομυϊκή λειτουργία, την ισορροπία και την επιβίωση ηλικιωμένων ανθρώπων, παρακολουθώντας τους συμμετέχοντες για χρονικό διάστημα που έφτασε σχεδόν τις δύο δεκαετίες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η καθυστέρηση στην έναρξη ενός βήματος μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου.
Συγκεκριμένα, για κάθε επιπλέον 0,1 δευτερόλεπτο που χρειαζόταν κάποιος για να ξεκινήσει την κίνηση, ενώ παράλληλα εκτελούσε μια νοητική δοκιμασία, καταγράφηκε σημαντική αύξηση του κινδύνου θνησιμότητας κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η δυσκολία στην άμεση ενεργοποίηση της κίνησης μπορεί να αποτελεί ένδειξη μειωμένης ικανότητας προσαρμογής του εγκεφάλου και του σώματος στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Gerontology, αφορούσε 120 άτομα άνω των 65 ετών, με μέση ηλικία τα 78 χρόνια.
Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες βάδισης, ισορροπίας και γνωστικών λειτουργιών, με τους ερευνητές να αξιολογούν την ταχύτητα αντίδρασης και την ικανότητα εκτέλεσης σύνθετων κινήσεων.
Τα δεδομένα έδειξαν ότι όσοι δεν κατάφεραν να επιβιώσουν κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να ξεκινήσουν το βήμα τους σε σχέση με όσους παρέμειναν στη ζωή.
Παράλληλα, εμφάνιζαν πιο αργό ρυθμό κίνησης και μεγαλύτερες δυσκολίες στην ισορροπία.
Η μειωμένη ταχύτητα βάδισης είναι συχνό φαινόμενο κατά τη γήρανση και μπορεί να οφείλεται σε παράγοντες όπως η απώλεια μυϊκής δύναμης, η μειωμένη ευκαμψία των αρθρώσεων, οι διαταραχές ισορροπίας και η πιο αργή επεξεργασία πληροφοριών από τον εγκέφαλο.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι απλές κινητικές δοκιμασίες θα μπορούσαν στο μέλλον να ενταχθούν στις ιατρικές αξιολογήσεις, ώστε να εντοπίζονται έγκαιρα άτομα που χρειάζονται παρεμβάσεις για τη διατήρηση της κινητικότητας και της γνωστικής τους υγείας.
Ωστόσο, επισημαίνουν ότι τα ευρήματα δείχνουν συσχέτιση και όχι άμεση αιτιώδη σχέση, ενώ απαιτούνται μεγαλύτερες μελέτες για να επιβεβαιωθούν τα συμπεράσματα.