Το λιποίδημα είναι μια χρόνια πάθηση που χαρακτηρίζεται από μη φυσιολογική κατανομή λιπώδους ιστού, κυρίως στα πόδια και σε ορισμένες περιπτώσεις στα χέρια.
Βασικά συμπτώματα είναι ο πόνος ή η ευαισθησία στην πίεση, η συμμετρική διόγκωση των ποδιών, η αίσθηση βάρους και η εύκολη εμφάνιση μελανιών.
Συχνά τα πέλματα δεν επηρεάζονται, δημιουργώντας εμφανή διαφορά στο ύψος των αστραγάλων. Ωστόσο, κανένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό δεν αρκεί για να επιβεβαιώσει τη διάγνωση.
Η διάγνωση γίνεται κυρίως από το ιατρικό ιστορικό και την κλινική εξέταση. Δεν υπάρχει σήμερα μία συγκεκριμένη εξέταση αίματος ή απεικονιστική εξέταση που να επιβεβαιώνει από μόνη της το λιποίδημα.
Η πάθηση διαφέρει από την παχυσαρκία, αν και μπορεί να συνυπάρχει με αυτή. Διαφέρει επίσης από το λεμφοίδημα, το οποίο σχετίζεται με συσσώρευση υγρού λόγω διαταραχής της λεμφικής παροχέτευσης.
Η αντιμετώπιση στοχεύει κυρίως στη μείωση των συμπτωμάτων και στη βελτίωση της κινητικότητας. Τα κατάλληλα ενδύματα συμπίεσης, η σωματική δραστηριότητα, η διαχείριση του πόνου και, όπου χρειάζεται, η ψυχολογική υποστήριξη μπορούν να βοηθήσουν.
Η διαχείριση του βάρους μπορεί επίσης να έχει ρόλο όταν υπάρχει περιττό βάρος. Μικρή μελέτη του 2025 σε εννέα γυναίκες έδειξε μείωση του λίπους στα πόδια μετά από απώλεια βάρους, χωρίς όμως να αποδεικνύει ότι η απώλεια βάρους θεραπεύει το λιποίδημα.
Σε επιλεγμένες περιπτώσεις, η εξειδικευμένη λιποαναρρόφηση μπορεί να εξεταστεί για επίμονο πόνο ή προβλήματα κινητικότητας, μετά από ιατρική αξιολόγηση.
Η έγκαιρη ιατρική εκτίμηση είναι σημαντική, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν την κίνηση και την καθημερινότητα.