Τα PFAS, γνωστά και ως «παντοτινά χημικά», αποτελούν μια μεγάλη κατηγορία ανθρωπογενών ουσιών που χαρακτηρίζονται από εξαιρετικά αργή αποδόμηση στο περιβάλλον και δυνατότητα συσσώρευσης στον ανθρώπινο οργανισμό.
Η εκτεταμένη χρήση τους σε καταναλωτικά προϊόντα και βιομηχανικές εφαρμογές έχει οδηγήσει σε παγκόσμια ανησυχία για τις πιθανές επιπτώσεις τους στην υγεία.
Οι ουσίες αυτές χρησιμοποιούνται εδώ και δεκαετίες λόγω της ανθεκτικότητάς τους στη θερμότητα, το νερό, το λίπος και τους λεκέδες. Εντοπίζονται σε αντικολλητικά σκεύη, υφάσματα, αδιάβροχα ρούχα, συσκευασίες τροφίμων, αφρούς πυρόσβεσης, αλλά και σε μολυσμένα νερά και ορισμένα τρόφιμα.
Η κύρια ανησυχία των επιστημόνων δεν αφορά μια μεμονωμένη έκθεση, αλλά τη μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη επαφή με χαμηλές δόσεις PFAS, καθώς ορισμένες από αυτές τις ενώσεις παραμένουν στον οργανισμό για χρόνια.
Έρευνες έχουν συνδέσει την έκθεση σε συγκεκριμένα PFAS με αυξημένη χοληστερόλη, διαταραχές στη λειτουργία του ήπατος, μειωμένη ανοσολογική απόκριση, επιπλοκές στην εγκυμοσύνη, χαμηλότερο βάρος γέννησης και πιθανή αύξηση του κινδύνου για ορισμένες μορφές καρκίνου, όπως των νεφρών και των όρχεων. Ωστόσο, οι ειδικοί τονίζουν ότι ο κίνδυνος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η διάρκεια έκθεσης και η γενικότερη κατάσταση υγείας.
Ιδιαίτερη ευαισθησία παρουσιάζουν οι έγκυες και τα παιδιά, καθώς τα PFAS μπορούν να περάσουν τον πλακούντα και να επηρεάσουν την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος.
Παρότι η πλήρης αποφυγή τους είναι πρακτικά αδύνατη, προτείνονται μέτρα μείωσης της έκθεσης, όπως η χρήση φίλτρων νερού, η αποφυγή φθαρμένων αντικολλητικών σκευών και η μείωση επαφής με συσκευασίες fast food.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι εξετάσεις αίματος για PFAS δεν χρησιμοποιούνται για διάγνωση ασθενειών, αλλά μόνο για εκτίμηση της έκθεσης σε ειδικές περιπτώσεις.