Για χρόνια η μαγιονέζα θεωρείται ένα από τα τρόφιμα που πρέπει να αποφεύγονται από όσους προσπαθούν να ακολουθήσουν μια πιο υγιεινή διατροφή.
Η υψηλή περιεκτικότητά της σε λιπαρά και θερμίδες την έχει βάλει συχνά στο «στόχαστρο», όμως η πραγματικότητα φαίνεται να είναι πιο σύνθετη.
Η μαγιονέζα αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή συνοδευτικά παγκοσμίως και χρησιμοποιείται σε σάντουιτς, σαλάτες, πατάτες και πολλές άλλες συνταγές. Η κλασική εκδοχή της παρασκευάζεται κυρίως από κρόκο αυγού, φυτικό λάδι, ξίδι ή λεμόνι και σε αρκετές περιπτώσεις μουστάρδα.
Το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η μεγάλη ποσότητα λαδιού που περιέχει. Μία κουταλιά της σούπας, περίπου 15 γραμμάρια, μπορεί να αποδώσει περίπου 90 έως 100 θερμίδες και γύρω στα 10 γραμμάρια λιπαρών, ενώ οι ποσότητες πρωτεΐνης και υδατανθράκων είναι πολύ μικρές.
Αυτό σημαίνει ότι η ποσότητα κατανάλωσης παίζει καθοριστικό ρόλο. Οι ειδικοί επισημαίνουν πως ένα τρόφιμο δεν αξιολογείται μόνο από τις θερμίδες του, αλλά και από το συνολικό πλαίσιο στο οποίο καταναλώνεται.
Σύμφωνα με τη διαιτολόγο Sophie Medlin, σύμβουλο διατροφής στο City Dietitians του Λονδίνου, η μαγιονέζα μπορεί να αποτελεί μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής όταν καταναλώνεται με μέτρο και συνοδεύει ένα συνολικά υγιεινό γεύμα.
Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι προτιμότερη επιλογή από άλλα επαλείμματα που περιέχουν περισσότερα κορεσμένα λιπαρά, όπως το βούτυρο, το τυρί κρέμα ή ορισμένες βαριές κρεμώδεις σάλτσες.
Ένα στοιχείο που συχνά παραβλέπεται είναι ότι τα λιπαρά της μαγιονέζας μπορούν να βοηθήσουν τον οργανισμό να απορροφήσει καλύτερα τις λιποδιαλυτές βιταμίνες Α, D, Ε και Κ. Ειδικά όταν χρησιμοποιούνται έλαια με περισσότερα ακόρεστα λιπαρά, η διατροφική της εικόνα μπορεί να είναι διαφορετική.
Πλέον στην αγορά υπάρχουν πολλές επιλογές, όπως κλασική, light και vegan μαγιονέζα.
Οι light εκδοχές έχουν συνήθως λιγότερες θερμίδες λόγω μειωμένης ποσότητας λαδιού, ωστόσο μπορεί να περιέχουν πρόσθετα συστατικά, όπως σταθεροποιητές ή άμυλα, για να διατηρούν την υφή τους.
Οι vegan εκδοχές δεν περιέχουν αυγό, όμως η διατροφική τους αξία εξαρτάται κυρίως από τα υλικά που χρησιμοποιούνται, ιδιαίτερα από το είδος του λαδιού.
Όσον αφορά τη χοληστερόλη, οι σύγχρονες επιστημονικές απόψεις έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν. Η χοληστερόλη που λαμβάνουμε από τις τροφές δεν φαίνεται να επηρεάζει τα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα στον βαθμό που θεωρούνταν παλαιότερα.
Μεγαλύτερη σημασία έχουν η συνολική διατροφή, η κατανάλωση κορεσμένων και τρανς λιπαρών, καθώς και ο γενικότερος τρόπος ζωής. Για τους περισσότερους υγιείς ανθρώπους, η περιστασιακή κατανάλωση μαγιονέζας δεν αποτελεί από μόνη της σημαντικό παράγοντα κινδύνου.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη σπιτική μαγιονέζα, καθώς συχνά παρασκευάζεται με ωμά αυγά. Η κακή συντήρηση ή η παραμονή της σε θερμοκρασία δωματίου μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τροφικών λοιμώξεων, όπως η σαλμονέλα.
Για τον λόγο αυτό συνιστάται η χρήση ασφαλών αυγών, η διατήρηση στο ψυγείο και η κατανάλωσή της μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Περισσότερο προσεκτικοί θα πρέπει να είναι όσοι βρίσκονται σε πρόγραμμα απώλειας βάρους, άτομα με συγκεκριμένες διατροφικές ανάγκες, όσοι λαμβάνουν ορισμένα φάρμακα, όπως αντιπηκτικά, αλλά και όσοι έχουν αλλεργίες σε συστατικά όπως το αυγό ή η σόγια.
Η μαγιονέζα λοιπόν δεν θεωρείται πλέον μια «απαγορευμένη» τροφή. Το βασικό σημείο είναι η ισορροπία και ο έλεγχος της ποσότητας, καθώς παραμένει ένα τρόφιμο με υψηλή ενεργειακή αξία που χρειάζεται μέτρο μέσα σε μια συνολικά σωστή διατροφή.