Μια νέα διεθνής δημογραφική ανάλυση δείχνει ότι για πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη ιστορία, οι άνδρες ενδέχεται να έχουν κατά μέσο όρο λιγότερα παιδιά σε σχέση με τις γυναίκες.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τη βελτίωση της ανδρικής επιβίωσης και τη σταδιακή αλλαγή της ηλικιακής και πληθυσμιακής ισορροπίας μεταξύ των φύλων. Ερευνητές από το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών Max Planck επισημαίνουν ότι, ενώ στο παρελθόν οι άνδρες είχαν ελαφρώς υψηλότερο μέσο αριθμό απογόνων, η διαφορά αυτή έχει πλέον μηδενιστεί και σε ορισμένα σενάρια έχει αντιστραφεί.
Η συνολική γονιμότητα των γυναικών έχει μειωθεί εντυπωσιακά τις τελευταίες δεκαετίες, από περίπου 4,9 παιδιά ανά γυναίκα το 1950 σε περίπου 2,3 σήμερα. Ωστόσο, η γονιμότητα των ανδρών δεν αποτυπώνεται εύκολα στα στατιστικά, καθώς παραδοσιακά δεν καταγράφεται με τον ίδιο τρόπο.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η αύξηση της επιβίωσης των ανδρών μέχρι και τις αναπαραγωγικές ηλικίες έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερο αριθμό ανδρών σε σχέση με τις γυναίκες σε αρκετές περιοχές του κόσμου. Αυτή η μετατόπιση επηρεάζει άμεσα τον μέσο αριθμό παιδιών που αναλογεί σε κάθε φύλο.
Η ανισορροπία μεταξύ των φύλων δεν είναι ίδια παγκοσμίως. Στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η αλλαγή αυτή έχει καταγραφεί ήδη από τις δεκαετίες του 1960 και 1970, ενώ σε αρκετές ασιατικές χώρες ενισχύθηκε και από την προτίμηση σε άρρενα τέκνα. Στην υποσαχάρια Αφρική, οι δημογράφοι εκτιμούν ότι η αντίστοιχη μεταβολή θα αργήσει αρκετές δεκαετίες ακόμη.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε κοινωνικές ανισορροπίες, όπως μεγαλύτερο ποσοστό ανδρών χωρίς οικογένεια σε μεγαλύτερη ηλικία, και τονίζουν την ανάγκη για πολιτικές που ενισχύουν την ισορροπία των φύλων και περιορίζουν τις δημογραφικές αποκλίσεις.