Θεαματική πτώση καταγράφει η κατανάλωση γάλακτος, καθώς ενώ το 2004 η μέση μηνιαία κατανάλωση ανά νοικοκυριό ανερχόταν στα 13,75 λίτρα, το 2008 είχε υποχωρήσει στα 12,95 λίτρα και το 2024 κατρακύλησε στα μόλις 8,48 λίτρα!
Με απλά λόγια, μέσα σε διάστημα 20 ετών τα ελληνικά νοικοκυριά πίνουν κατά μέσο όρο 5,5 λίτρα λιγότερο γάλα τον μήνα, γεγονός που μεταφράζεται σε μείωση της τάξης του 38%.
Η εξέλιξη αυτή συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη δημογραφική γήρανση και τη σημαντική πτώση των γεννήσεων, καθώς τα νοικοκυριά με παιδιά παραμένουν εκείνα που καταναλώνουν τις μεγαλύτερες ποσότητες γάλακτος.
Πτωτική πορεία, αν και ηπιότερη, καταγράφεται και στην κατανάλωση άλλων βασικών γαλακτοκομικών προϊόντων.
Το τυρί, που το 2004 καταναλωνόταν σε ποσότητα 3,5 κιλών ανά νοικοκυριό σε μηνιαία βάση, το 2024 περιορίστηκε στα 2,36 κιλά, παρουσιάζοντας μείωση 32%.
Αντίθετα, το γιαούρτι εμφανίζει αξιοσημείωτη αντοχή στον χρόνο, καθώς η μέση μηνιαία κατανάλωση από 1,88 κιλά το 2004 διαμορφώθηκε σε 1,86 κιλά το 2024, ουσιαστικά παραμένοντας στα ίδια επίπεδα.
Την ίδια στιγμή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η παραγωγή γάλακτος ακολουθεί διαφορετική τροχιά.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat, η Ευρωπαϊκή Ένωση παρήγαγε το 2024 συνολικά 161,8 εκατομμύρια τόνους ακατέργαστου γάλακτος, ποσότητα αυξημένη κατά 0,9 εκατ. τόνους σε σύγκριση με το 2023.
Η παραγωγή αυτή επιβεβαιώνει τη σταθερή ανοδική πορεία της τελευταίας δεκαετίας, καθώς το 2014 η αντίστοιχη ποσότητα ανερχόταν σε 149,7 εκατ. τόνους.
Παράλληλα, η μέση ετήσια απόδοση γάλακτος ανά αγελάδα στην ΕΕ ανήλθε το 2024 στα 8.120 κιλά, καταγράφοντας νέα αύξηση.
Την υψηλότερη παραγωγικότητα εμφανίζουν χώρες όπως η Εσθονία και η Δανία, ενώ χαμηλότερες αποδόσεις σημειώνονται στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.
Η Γερμανία παραμένει ο μεγαλύτερος παραγωγός αγελαδινού γάλακτος, συγκεντρώνοντας περίπου το 22% της συνολικής ευρωπαϊκής παραγωγής, με τη Γαλλία, την Πολωνία, την Ολλανδία και την Ιταλία να συμπληρώνουν την πεντάδα των κορυφαίων χωρών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Ελλάδας, όπου πάνω από το ήμισυ του γάλακτος που παραδίδεται στα τυροκομεία προέρχεται από αιγοπρόβατα, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη δομή της εγχώριας κτηνοτροφίας.
Την ίδια ώρα, οι τιμές του γάλακτος στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 2,9% το 2024, ανακάμπτοντας μετά την πτώση του 2023 και υπογραμμίζοντας τις έντονες διακυμάνσεις της αγοράς.
Η σύγκριση των ελληνικών στοιχείων κατανάλωσης με τις ευρωπαϊκές τάσεις παραγωγής αναδεικνύει ένα σαφές χάσμα: ενώ η Ευρώπη παράγει περισσότερο γάλα, τα ελληνικά νοικοκυριά καταναλώνουν ολοένα και λιγότερο, επιβεβαιώνοντας ότι οι δημογραφικές και κοινωνικές αλλαγές επηρεάζουν πλέον καθοριστικά το περιεχόμενο του καθημερινού καλαθιού.
